Περί της Αναγκαιότητας της Αποκαταστάσεως εις την Ηθικήν Ορθότητα της Κοινωνίας
Όταν, εις την φυσικήν πορείαν των ανθρωπίνων πραγμάτων, τα συστήματα τα οποία ιδρύθησαν προς κοινήν ωφέλειαν, διά μακράς σειράς καταχρήσεων, έλθουν να αναστρέψουν τους ιδίους των σκοπούς και να διαιωνίσουν ουχί την ευημερίαν αλλά την δουλείαν ενός λαού, τότε καθίσταται καθήκον του αμερολήπτου θεατού να εξετάση, μετά νηφαλίου και οδυνηρού στοχασμού, τας αιτίας αίτινες ωδήγησαν εις τούτο το μελαγχολικόν νόσημα. Μία ευπρεπής ευλάβεια προς τας γνώμας της ανθρωπότητος και προς την ηθικήν τάξιν την οποίαν η Πρόνοια εφύτευσεν εντός του ανθρωπίνου στήθους, απαιτεί όπως δηλώσωμεν τας σοβαράς και επίμονας αιτίας αίτινες μας αναγκάζουν να αναζητήσωμεν αποκατάστασιν δικαίων αρχών.
Κρατούμεν ταύτας τας αληθείας ως θεμελιωμένας εις τα αρχέγονα πλαίσια της φύσεώς μας: ότι ενώ οι άνθρωποι είναι άνισοι κατά τα χαρίσματα και την τύχην, πάντες είναι εφοδιασμένοι με έμφυτον αίσθησιν προσωπικής δράσεως, με ευπρεπή σεβασμόν προς τους καρπούς της εργασίας των και με αξίωσιν δικαίας εκτιμήσεως εκ μέρους των ομοίων των. Ότι, προς εξασφάλισιν τούτων των φυσικών προσδοκιών, ιδρύονται κυβερνήσεις και οικονομίαι μεταξύ των ανθρώπων, αντλούσαι την δικαίαν αυτών εξουσίαν εκ της ωφελιμότητός των εις την προαγωγήν της ασφαλείας και της ευτυχίας της κοινωνίας. Ότι, όταν οιοδήποτε τοιούτον σύστημα καθίσταται καταστροφικόν διά τους σκοπούς τούτους, είναι συγχρόνως δικαίωμα και καθήκον του λαού — καθοδηγουμένου υπό της ψυχρής φωνής του αμερολήπτου θεατού εντός ημών — να εξετάση τα σφάλματά του, να το απογυμνώση των σφετερισμών του και να ανασυστήση τας δυνάμεις του επί τοιούτων θεμελίων, άτινα φαίνονται πλέον κατάλληλα προς εξασφάλισιν της διαρκείας ασφαλείας και ηρεμίας αυτών.
Η φρόνησις, βεβαίως, θα υπαγορεύση ότι τα επί μακρόν ιδρυθέντα συστήματα, παρά πάντας τους μερικούς των ελλείψεις, δεν πρέπει να ανατραπούν διά ελαφράς ή παροδικάς αιτίας· και η ανθρωπότης, εκ φυσικής αποστροφής προς τον θόρυβον, είναι μάλλον διατεθειμένη να υποφέρη εφ’ όσον τα κακά είναι υποφερτά, παρά να θεραπεύση εαυτήν καταργούσα τας μορφάς εις τας οποίας έχει συνηθίσει. Αλλ’ όταν μακρά αλυσίς συστηματικών καταπιέσεων, πάσαι τείνουσαι προς το αυτό μισητόν αντικείμενον, αποκαλύψει συνειδητόν σχέδιον να υποβάλουν λαόν υπό απόλυτον οικονομικόν δεσποτισμόν — μετατρέπουσαι τας δημοσίας θεσμούς εις όργανα ιδιωτικής αρπαγής, συγχέουσαι την έντιμον εργασίαν με παρασιτικήν κερδοσκοπίαν και αποξενώσαι την κληρονομίαν του πολιτεύματος από τους νομίμους αυτής επιτρόπους — τότε είναι δικαίωμά των, είναι καθήκον των, να αποτινάξουν τοιούτον σύστημα και να δημιουργήσουν νέας φρουράς διά την μελλοντικήν των ασφάλειαν, θεμελιωμένας επί των αμεταβλήτων αρχών της φυσικής δικαιοσύνης.
Τοιαύτη υπήρξεν η υπομονετική καρτερία τούτου του λαού· και τοιαύτη είναι τώρα η ανάγκη η οποία τον εξαναγκάζει να μεταβάλει τα προηγούμενα συστήματά του. Η ιστορία της παρούσης οικονομικής τάξεως και του αιώνων παλαιού κυβερνητικού της καθεστώτος είναι ιστορία επαναλαμβανομένων προσβολών και σφετερισμών, δουλείας, απασών εχουσών άμεσον αντικείμενον την εγκαθίδρυσιν απολύτου τυραννίδος επί της οικονομικής ζωής του έθνους. Προς απόδειξιν τούτου, ας υποβληθούν τα γεγονότα εις την αμερόληπτον κρίσιν του κόσμου.
Διέστρεψαν τας θεσμούς τους προοριζομένους διά την κοινήν άμυναν εις μηχανισμούς ιδιωτικής συσσωρεύσεως δυνάμεως, αναστρέφοντες ούτω τον ίδιον σκοπόν διά τον οποίον είχαν ιδρυθεί. Ίδρυσαν αυτοκρατορίαν οικονομικής αφαιρέσεως, υπερασπιζομένην υπό νομικών τεχνασμάτων, η οποία διεξάγει σιωπηρόν πόλεμον κατά των παραγωγικών ικανοτήτων του λαού και αποφεύγει τους φυσικούς ελέγχους ελευθέρας κοινωνίας.
Διείσδυσαν εις τας οικονομίας των εθνών, μετατρέποντες δημοσίους πόρους και την κοινήν κληρονομίαν εις ενέχυρα αιωνίων χρεών, καθιστώντες ούτω την εργασίαν του παρόντος και του μέλλοντος δούλην της πλεονεξίας ολίγων.
Διά κερδοσκοπικών τεχνασμάτων, εφούσκωσαν την ονομαστικήν αξίαν των περιουσιακών στοιχείων, δημιουργήσαντες επαναλαμβανομένας καταστροφάς αίτινες καταστρέφουν τας περιουσίας των συνετών, ενώ εξασφαλίζουν αποζημιώσεις εις τους αρχιτέκτονας της συμφοράς.
Περιέπλεξαν πληθυσμούς εις ιστούς ανεξοφλήτων υποχρεώσεων, συχνά διά της συμφοράς του πολέμου, καταδικάζοντες τους απογόνους να κληρονομήσουν ουχί ελευθερίαν αλλά δουλείαν προς ξένους δανειστάς.
Διά παραμελήσεως ηθικής και φυσικής προστασίας, επέτρεψαν την δηλητηρίασιν των κοινών στοιχείων της ζωής, εξασθενίζοντες την ρώμην και την αποφασιστικότητα του λαού.
Υπέσκαψαν τα δικαστήρια της δικαιοσύνης, χρησιμοποιούντες τας μορφάς του νόμου προς ματαίωσιν του πνεύματός του και διαλύοντες τας δικαίας αξιώσεις των παθόντων εις λαβύρινθον διαδικασιών ευνοϊκόν μόνον προς την εξουσίαν.
Εξευτέλισαν το μέσον της ανταλλαγής διά μηχανισμών πέραν της δημοσίας εποπτείας, πλουτίζοντες τους πανουργούς εις βάρος των εργατικών και αποξενώνοντες τον γηγενή από την νομίμην αυτού ιδιοκτησίαν.
Διά κέρδους και δυνάμεως, έσπειραν διχόνοιαν και μετέβαλαν τον χαρακτήρα των κοινοτήτων, εξασθενίζοντες τους δεσμούς της αμοιβαίας συμπάθειας οι οποίοι ενώσουν μίαν κοινωνίαν.
Ωφελήθησαν εκ των μαστίγων της κακίας και της δυστυχίας, πλύνοντες τα προϊόντα αυτών διά σεβαστών διαύλων και καθιστώντες ούτω το έγκλημα θεμέλιον της περιουσίας.
Εξευτέλισαν τας έδρας της παιδείας, μετατρέποντες αυτάς από φυτώρια αρετής και ανεξαρτήτου σκέψεως εις μύλους ομοιομόρφου και δουλικής διδασκαλίας.
Παρέτειναν συγκρούσεις ουχί εξ ανάγκης αλλά εξ αργυρομανίας, δαπανώντες το αίμα και τον θησαυρόν του λαού προς τροφοδότησιν των μηχανών του χρέους.
Μονοπώλησαν τους διαύλους του δημοσίου λόγου, ώστε αι αλυσίδες της οικονομικής δουλείας να φαίνονται ως φυσική τάξις, μάλλον παρά ως τεχνάσματα ανθρώπων.
Εγκατέλειψαν κοινωνίας αφού τας κατέστησαν πτωχάς, δια να επιστρέψουν μόνον ως αποκλειστικοί προμηθευταί βοηθείας και να αγοράσουν τα λείψανα της ευημερίας αντί πινακίου φακής.
Διά κρυφίας επιρροής, ηνάγκασαν τους κυβερνήτας των ανθρώπων να νομοθετήσουν την μεταφοράν πλούτου από τους πολλούς εις τους ολίγους, υπό το πρόσχημα του νόμου.
Ίδρυσαν συστήματα επιτηρήσεως τα οποία εμπορεύονται τα ιδιωτικώτερα αισθήματα, ίνα καλλίτερον προλέγουν και ελέγχουν την συμπεριφοράν των απροφυλάκτων.
Διεμόρφωσαν υπερεθνικόν συμφέρον, ανταγωνιζόμενον εις δύναμιν με αυτάς τας πολιτείας, του οποίου ο μόνος σκοπός είναι η ιδία του διατήρησις και ο πλουτισμός, αδιαφορούντος προς την καταστροφήν των εθνών.
Εκμεταλλεύθησαν δημοσίας συμφοράς προς επιτάχυνσιν της συγκεντρώσεως περιουσιακών στοιχείων και της επιβολής λιτότητος, αυξάνοντες την εξάρτησιν ενώ προσποιούνται ότι την απαλύνουν.
Διέφθειραν την απονομήν της δικαιοσύνης, επιτρέποντες την βίαν να επιτίθεται κατά των ειρηνικών, ενώ κατεδίωκαν τον έντιμον υπερασπιστήν της ιδίας αυτού εστίας, καθιστώντες ούτω την προστασίαν αντικείμενον χλευασμού.
Και το βαρύτατον διά την ηθικήν αίσθησιν:
Διέφθειραν τα ηθικά αισθήματα της νεότητος, διδάσκοντες αυτήν να περιφρονή την ιδίαν της φύσιν, τας αιωνίους καλλονάς της τάξεως και της ισχύος και την κληρονομικήν σοφίαν των προγόνων της, προάγοντες ούτω επικίνδυνον νόσον του πνεύματος και του σώματος η οποία κόπτει την ιεράν αλυσίδα των γενεών.
Εις πάσαν φάσιν τούτων των καταπιέσεων, εζητήσαμεν αποκατάστασιν με τους ταπεινοτέρους και ειλικρινεστάτους όρους. Αι επανειλημμέναι παρακλήσεις μας απεκρίθησαν μόνον με επανειλημμένας και αυξανομένας προσβολάς. Σύστημα διακυβερνήσεως ούτω πλήρως υποταγμένον εις τοιούτους σκοπούς, το οποίον φέρει πάντα τα σημεία τυραννίδος, είναι ακατάλληλον να άρχη ελευθέρου λαού. Πάν σύστημα δυνάμεως το οποίον γεννά τοιούτον σύστημα διακυβερνήσεως είναι ανάξιον υπάρξεως.
Ούτε ελλείψαμεν προσοχής προς τους αδελφούς μας. Εις καιρούς τους εις καιρούς τους προειδοποιήσαμεν περί των προσπαθειών αοράτων χειρών να εκτείνουν αδικαιολόγητον δικαιοδοσίαν επί της κοινής μας κληρονομίας διά οικονομικών τεχνασμάτων. Τους υπενθυμίσαμεν τας περιστάσεις της εγκαταστάσεώς μας και το αίμα το οποίον εχύθη υπέρ της υπερασπίσεώς της. Επικαλεσθήκαμεν την έμφυτον δικαιοσύνην και μεγαλοψυχίαν των και τους ικετεύσαμεν, διά των δεσμών της κοινής μας συγγενείας, να αποκηρύξουν τούτους τους σφετερισμούς. Και αυτοί παρέμειναν κωφοί προς την φωνήν του δικαίου και της συγγενείας. Πρέπει λοιπόν να υποκύψωμεν εις την ανάγκην η οποία μας αναγκάζει να χωρισθώμεν από την οικονομικήν ταύτην κυριαρχίαν, κρατούντες όμως ακλόνητον αγάπην προς την ουσίαν του πολιτισμού μας — τας χώρας του, τον έντιμον πλούτον του, τας σεβαστάς του παραδόσεις και την γηγενή του γενεάν.
Ημείς, οι αντιπρόσωποι του λαού, επικαλούμενοι τον Ανώτατον Κριτήν όστις είναι ο πολιτισμός μας διά την ορθότητα των προθέσεών μας, δηλούμεν και διακηρύττομεν λοιπόν, εν τω πανηγυρικώ ονόματι και διά της ηθικής αυθεντίας του αγαθού λαού ταύτης της γης: ότι ούτος ο λαός είναι και εκ δικαίου οφείλει να είναι ελεύθερος και ανεξάρτητος από την τυραννίαν της οικονομικής παγκοσμίου τάξεως· ότι απαλλάσσεται πάσης πίστεως προς τας τεχνητάς αυτής απαιτήσεις· και ότι πάσα πολιτική και οικονομική σύνδεσις μεταξύ αυτού και του συστήματος του οικονομικού δεσποτισμού είναι και οφείλει να είναι τελείως διαλελυμένη. Εις ταύτην την αποκατάστασιν, δίδομεν όρκον πίστεως προς τον πολιτισμόν μας, τας ιεράς αυτού χώρας και τους συσσωρευμένους αυτού θησαυρούς. Όπου είναι δυνατόν, δεσμευόμεθα εις την επανασύστασιν της πατρώας μας κυβερνήσεως, κεκαθαρμένης από την διαφθοράν, ίνα λειτουργήση πάλιν ως φρουρός του λαού. Και προς υποστήριξιν ταύτης της δηλώσεως, μετά σταθεράς εμπιστοσύνης εις την προστασίαν της θείας Προνοίας, αλληλοεγγυώμεθα αλλήλοις τας ζωάς μας, τας περιουσίας μας και την ιεράν μας τιμήν.